"Όποιος Ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά" Ρήγας Φεραίος

Ως λαογραφία ορίζεται εκείνη η επιστήμη που ασχολείται με όλες τις εκφάνσεις του λαϊκού πολιτισμού. Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

AΡΚΑΔΙΚΟ ΒΗΜΑ

AΡΚΑΔΙΚΟ ΒΗΜΑ
.....Η σελίδα της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα"......................πατήστε πάνω στην εικόνα.....................* καλό Καλοκαίρι *

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Σίμων Καράς, ο δάσκαλος της μουσικής μας (βυζαντινής και δημοτικής) παράδοσης

Στον δρόμο του Σίμωνος Καρά

karas


Ο Σίμων Καράς
Οταν στις 26 Ιανουαρίου 1999 έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 96 ετών, ο Σίμων Καράς, ο δάσκαλος της μουσικής μας (βυζαντινής και δημοτικής) παράδοσης, ο τότε υπουργός Πολιτισμού Ευάγγελος Βενιζέλος είχε βεβαιώσει ότι θα υπερασπιστεί το έργο και τη συνέχειά του. «Τίποτα δεν έχουνε κάνει, μόνοι μας προσπαθούμε να τα βγάλουμε πέρα», είπε σε συνέντευξή μας δέκα χρόνια αργότερα (2009) η σύζυγος και συνοδοιπόρος του, Αγγελική Καρά.
«Και λέτε ότι αυτά θα συνεχιστούν και –χτυπάω ξύλο– μετά από εσάς;» είχα ρωτήσει τον ίδιο τον δάσκαλο σε συνέντευξη (για την «Ελευθεροτυπία») το 1990. «Θα συνεχιστούν, θα βρεθούνε άνθρωποι – τα χαρτιά είναι γραμμένα, υπάρχουν όλα αυτά που δεν υπήρχαν πριν από εμάς, για όσους θέλουν να εργαστούν», ήταν η απάντησή του. Σήμερα η Αγγελική Καρά, στα 93, θαλερή μεν, αλλά με προβλήματα υγείας, εμφανίζεται ικανοποιημένη από τη συνέχιση του έργου του συζύγου της – πάντα χωρίς κρατική ενίσχυση.
300 μαθητές
Είναι ο πρόεδρος του μη κερδοσκοπικού Κέντρου Ερεύνης και Προβολής της Εθνικής Μουσικής Μιχάλης Μαντζούρης και η εκπαιδευτικός Ευγενία Σπυροπούλου, παλιά συνεργάτις του Καρά, που, σε συνάντησή μας βεβαιώνουν ότι συνεχίζεται το έργο του δάσκαλου. Και έχει, νομίζω, ενδιαφέρον, μέρες παθών που διανύουμε, να σταθούμε στη συνέχιση ενός εθνικού έργου σ’ έναν τόπο που δοκιμάζεται (και) από ασυνέχειες.
Είναι πρώτα το λειτουργικό κτίριο, ψηλά στου Στρέφη, που με μύριους κόπους και θυσίες έστησε το 1955 το ζεύγος Καρά. Εκεί το Ωδείο Σίμων Καράς, το τεράστιο παραδοσιακό υλικό (βιβλία, χειρόγραφα, παρτιτούρες, μουσικά όργανα, εθνικές ενδυμασίες, ηχητικά ντοκουμέντα), που συγκέντρωνε επί δεκαετίες στις ανά την Ελλάδα περιπλανήσεις του το ζεύγος Καρά, οι χώροι διδασκαλίας, συν ένα παρεκκλήσι.
«Και για πού προορίζεται όλο αυτό το υλικό;» είχα ρωτήσει τον δάσκαλο. «Ο προορισμός του είναι να μην πάει ούτε στο κράτος ούτε στην Εκκλησία, γιατί τότε χαθήκαμε. Θα κάνει ο καθένας ό,τι θέλει, θα το μαγαρίσουν. Θα μείνει εδώ, σ’ αυτούς που πονάνε την παράδοση», απάντησε. Ας δούμε λοιπόν τώρα τι πράττουν οι διάδοχοι:
Είναι το Ωδείο με τους περίπου 300 μαθητές, επαγγελματίες κι ερασιτέχνες, όλων των ηλικιών, που παρακολουθούν, κατά τμήματα και σε διαφορετικές ώρες, μαθήματα παραδοσιακών οργάνων και χορών, σεμινάρια και ομιλίες από ειδικευμένο εκπαιδευτικό προσωπικό, 30-40 τον αριθμό. Τα δίδακτρα, ανάλογα με τις δυνατότητες των σπουδαστών και της… κρίσης, από 20-30, μέχρι 80 ευρώ τον μήνα.
Είναι ακόμη το πωλητήριο με εκδόσεις του Κέντρου (βιβλία, δίσκοι – αρκετοί με τη φωνή του δάσκαλου σε βυζαντινούς ύμνους και δημοτικά), συν κάποια συμβολική ενίσχυση από την Αρχιεπισκοπή. Και η φροντίδα για την ψηφιοποίηση του αρχείου και η επέκταση των δραστηριοτήτων του Κέντρου και σε άλλες χώρες, όπου υπάρχει ενδιαφέρον.
Ο εκμαυλισμός
Δεν πραγματοποιούνται ακολουθίες και άλλες τελετές (Χαιρετισμοί, Μεγάλη Εβδομάδα, Πάσχα, Χριστούγεννα – μέχρι γάμοι, με παραδοσιακά πρότυπα), που γίνονταν όσο ζούσε ο δάσκαλος. Τηρείται όμως το έθιμο της Τσικνοπέμπτης και το μνημόσυνο για την Αλωση της Πόλης τελείται ανελλιπώς από το 1932 σε άλλους, ευρύτερους χώρους.
«Για να κρατήσουμε τη σύνδεση με τη μεγάλη ιδέα του γένους, αυτή που έρχεται από την αρχαιότητα διά του Βυζαντίου», είχε πει στη συνέντευξη η δάσκαλος, διευκρινίζοντας ότι «το μνημόσυνο δεν έχει σχέση με τους σύγχρονους βασιλείς και δεν εξυπηρετεί καμιά πολιτική παράταξη». Εφέτος το μνημόσυνο, με ομιλίες και ύμνους, θα γίνει την Παρασκευή 27 Μαΐου, 7 μ.μ., στο Πολεμικό Μουσείο.
Κι ας κλείσω με τη γνώμη του δάσκαλου για τη μοίρα αυτού του τόπου: «Ο μεγάλος κίνδυνος είναι η τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Αυτά εξεμαύλισαν τον επαρχιώτη, τον έβγαλαν από το περιβάλλον του, όπως έγινε με τη γυναίκα του Λωτ.
Κάθεται εκεί πέρα, βλέπει που τραγουδάνε, αυτός δεν τραγουδάει, βλέπει που χορεύουν, αυτός δεν χορεύει, κοιμάται αμερικάνικα ή γαλλικά […] Τώρα που θα παρουσιασθούμε στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ως τι θα παρουσιασθούμε; Ως μεγάλη δύναμις; […] Με το μόνο που μπορούμε να σταθούμε είναι η ιστορία μας, οι τέχνες, η φιλοσοφία μας, η θρησκεία μας, να σταθούμε ως πνευματικοί άνθρωποι». Κι όσο για τους πολιτικούς: «Εγώ δεν ανήκω σε κανένα κόμμα. Εμένα μ’ ενδιαφέρει η πατρίδα μου, τίποτε άλλο».
Στο πλαίσιο
Από τους μεγαλοβδομαδιάτικους και τους πασχαλινούς ύμνους, που ακούγονται τις ημέρες αυτές, είναι και αυτοί που πρόλαβε να αφήσει ο συνθέτης Δημήτρης Λάγιος. Πρόλαβε, γιατί έφυγε από τη ζωή στα 39 του, πριν από 25 χρόνια (10 Απριλίου 1991). Αυτός που η ζωή του ήταν ταυτισμένη με την εργατικότητα, την εγκράτεια, τη λιτότητα, την αυτοπειθαρχία, την ευγένεια.
Προικισμένος συνθέτης, με καταβολές από τη γενέτειρά του Ζάκυνθο, σπουδές εδώ και στο εξωτερικό, νέος ακόμη, αναμετρήθηκε με τη μεγάλη ποίηση. Κι ήταν αρχές του 1982, όταν άκουσα τον Γιώργο Νταλάρα να λέει ένα τραγούδι που αμέσως μ’ έπιασε: «Ομορφη και παράξενη πατρίδα». «Ποιανού είναι;» ρώτησα. «Του Δημήτρη Λάγιου, ενός νέου συνθέτη». Ηταν από τον «Ηλιο τον Ηλιάτορα» του Οδυσσέα Ελύτη. Μια θαυμάσια δουλειά σ’ ένα τόσο απαιτητικό εγχείρημα, που άγγιξε και τον ποιητή.
Ηταν από τους δίσκους που βγήκαν όσο ζούσε, γιατί κάποιοι άλλοι κυκλοφόρησαν κι έγιναν περισσότερο γνωστοί μετά. Οπως το «Ινα τι», των ημερών που διανύουμε, που, κοντά στον Νταλάρα, ακούγεται και η δική του εκφραστική και σπαραχτική φωνή. Οπως η «Ερωτική πρόβα» και «Των αθανάτων», όπου το υπέροχο «Καρτερούμεν», αφιερωμένο στην Κύπρο που λάτρευε και είχε ζητήσει η μισή τέφρα του να ριχτεί στη θάλασσά της – η άλλη μισή στης Ζακύνθου.
Στην προσωπική του ζωή, η έγνοια για τη σύζυγο και συνεργάτριά του Πέγκυ και την κόρη τους Υακίνθη, που (πόσο θα το χαιρόταν) τον ακολουθεί.
ΚΑΙ… Ουκ αν λάβοις παρά του… έχοντος (αυτοί –και πάλι– θα ξεφύγουν).
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Αλλο να τα λέμε κι άλλο να τα γράφουμε…

_____________

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

TZITZIKAΣ - Ο γλυκός προφήτης του καλοκαιριού

Συκοφαντήθηκε από το αισώπειο μυρμήγκι ως τεμπέλης . Κι όμως εργάζεται, ο καημένος, νυχθημερόν. Με την ανατολή του ήλιου αρχίζει τα τραγούδια του κι αν η ζέστη της καλοκαιρινής ημέρας είναι μεγάλη συνεχίζει να τραγουδά και μες στη νύχτα .
Αλήθεια , σκέφτεστε πώς θα ήταν το καλοκαίρι μας χωρίς τα τραγούδια του τζίτζικα ; Αρκεί μόνο να θυμηθείτε τη χαρά που νιώσατε όταν ακούσατε το πρώτο τζιτζίκι του καλοκαιριού και τη μελαγχολία που σας πλημμύρισε όταν σώπασαν τα τραγούδια του , σημάδι πως το καλοκαίρι τέλειωσε κι έρχεται ο χειμώνας .
Μαυριδερός , με κεφάλι μεγάλο , με πέντε μάτια (!!!) , δυο μεγάλα στο πλάι και τρία μικρά στο μέτωπο , κι από κάτω μια μυτερή προβοσκίδα για να ρουφά το χυμό των δέντρων . Απ’ το θώρακά του, που θυμίζει ιππότη του παλιού καιρού , ξεφυτρώνουν δυο ζευγάρια διάφανες φτερούγες και τρία ζευγάρια λιγνών , αγκαθωτών ποδιών . Παραπίσω η αρθρωτή κοιλιά του χοροπηδά ακούραστη σε κάθε τερέτισμα .
Τραγουδιστής είναι μόνο το αρσενικό . Σκοπός του να προσελκύσει το «έτερον ήμισυ» . Δυο τύμπανα που έχει στην κοιλιά του δραστηριοποιούνται με τον αέρα που αναπνέει το έντομο και πάλλονται , παράγοντας αυτό το τόσο γνώριμο μονότονο τερέτισμά του . Αφού το άλαλο θηλυκό ανταποκριθεί στο κάλεσμα και ζευγαρώσουν , ύστερα , μ’ ένα κοφτερό όργανο που έχει στο πίσω μέρος της κοιλιάς ανοίγει σχισμές στη φλούδα του δέντρου και γεννά 20 με 150 αυγά . Απ’ αυτά θα βγουν μικρά σκουληκάκια που θα πέσουν και θα χωθούν στη γη , κάτω απ’ το δέντρο . Κι ενώ μπαίνει το Φθινόπωρο και «οσονούπω» έρχεται κι ο χειμώνας ( οι γονείς ήδη έχουν αποχαιρετίσει τα γήινα) , τα σκουληκάκια τρέφονται από τις ρίζες των δέντρων , μεταμορφώνονται κι όταν φτάσουν στο τελευταίο στάδιο της μεταμόρφωσής τους (μετά από 3 έως 17 χρόνια (!!!) ανάλογα με το είδος) βγαίνουν από τη γη , σκαρφαλώνουν στα δέντρα , αλλάζουν το τελευταίο πουκάμισό τους κι αρχίζουν τη ζωή τους σαν τέλεια τζιτζίκια .
Οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν πως τα τζιτζίκια ήταν πρώτα άνθρωποι που μαγεύτηκαν τόσο πολύ από τις μελωδίες των Μουσών τις οποίες άκουγαν τόσο εκστατικά , ώστε λησμόνησαν να φάνε και πέθαναν από την πείνα . Οι Μούσες , συγκινημένες από την αφοσίωσή τους , τους μεταμόρφωσαν σε τζιτζίκια και τους έβαλαν να τραγουδούν τα καλοκαίρια , μέχρι το θάνατό τους , χωρίς να χρειάζονται τροφή και νερό . Όταν τα τζιτζίκια πεθάνουν (λέει πάλι ο μύθος ) πηγαίνουν στις Μούσες και τους ανακοινώνουν ποιοι άνθρωποι τιμούν κάθε μία απ’ αυτές , ώστε αυτοί να αξιωθούν την προστασία τους.
Το ατελείωτο και ανέμελο τραγούδι του τζίτζικα το κορόιδεψαν αρχαίοι μυθοπλάστες , όπως ο Αίσωπος , και πρόβαλλαν τον τζίτζικα ως πρότυπο τεμπελιάς και αποφυγής . Όμως , αλήθεια , πώς θα ήταν μια ζωή πειθαρχημένων ανθρώπων , με το κεφάλι πάντα σκυμμένο στη δουλειά , χωρίς γέλιο , χωρίς τραγούδι , χωρίς χαρά κι ανεμελιά ; Άλλωστε κι αυτοί ακόμα οι εργάτες στο Σικάγο , με το σύνθημα «8 ώρες δουλειά -8 ώρες ανάπαυση -8 ωρες ψυχαγωγία» διεκδίκησαν , με τίμημα τη ζωή τους , να γίνονται για 8 ώρες την ημέρα τζιτζίκια , ώστε να διώχνουν από πάνω τους τις πίκρες της σκληρής ζωής τους και τις αλυσίδες της δουλειάς – «δουλείας» .
Οι αρχαίοι που ήξεραν να εκτιμούν διαφορετικά τη ζωή από εμάς , τίμησαν τον περιφρονημένο , σήμερα , ταπεινό και ασήμαντο τζίτζικα, μ’ ένα ολόκληρο τραγούδι , που βρέθηκε μέσα στην Παλατινή Ανθολογία :
«Σε καλοτυχίζουμε , τζίτζικα
όταν πάνω στις κορφές των δέντρων,
αφού έχεις πιει λίγη δροσιά ,
σαν βασιλιάς τραγουδάς .
Γιατί δικά σου είναι όλα εκείνα 
που στους αγρούς βλέπεις
και που τα δάση τρέφουν .
Εσύ είσαι αγαπητός στους ανθρώπους,
γλυκός προφήτης του καλοκαιριού.
Σ’ αγαπούν οι Μούσες, 
σ’ αγαπά κι ο ίδιος ο Φοίβος,
γι’ αυτό σου χάρισαν γλυκιά λαλιά .
Τα γηρατειά εσένα δε σε φθείρουν, 
σοφέ τζίτζικα , που γεννήθηκες απ’ τη γη
κι αγαπάς το τραγούδι,
αμέριμνε εσύ , που έχεις σάρκα χωρίς αίμα,
είσαι σχεδόν όμοιος με τους Θεούς .»
Carmina Anacreontea , 34
(Εκδ.West)

Τέλος , ο τζίτζικας αξιώθηκε ν’ αποτελέσει θέμα συζήτησης του σοφού Σωκράτη με τον μαθητή του Φαίδρο , όταν πλάι στον Ιλισσό ποταμό κουβέντιαζαν για τη φυσική και καλλιτεχνική ομορφιά :

Σωκράτης
« Έχομεν καιρόν ως φαίνεται• και μάλιστα μέσα εις την πνιγηράν ζέστην επάνω από τα κεφάλια μας μου φαίνονται ότι οι τέττιγες ψάλλοντες και συνομιλούντες μας παρατηρούν. Εάν λοιπόν ίδωσι και ημάς όπως τους κοινούς ανθρώπους να μη συνδιαλεγώμεθα, αλλά να νυστάζωμεν νανουριζόμενοι από το τραγούδι των ένεκα αδρανείας της διανοίας μας, δικαίως θα μας καταγελάσωσιν θεωρούντες ημάς ως μερικούς δούλους οι οποίοι εύρον καταφύγιον να κοιμηθώσι, όπως τα αναπαυόμενα το μεσημέρι πρόβατα κοιμώνται παρά την βρύσιν• εάν δε μας βλέπωσιν ότι εξακολουθούμεν συνομιλούντες, και ότι παρερχόμεθα αυτούς καθώς Σειρήνας χωρίς να γοητευθώμεν [από τα άσματά των],
τότε θαυμάσαντες ταχέως θα μας έδιδον το δώρον, το οποίον έχουσιν από τους θεούς διά να χαρίζωσιν εις τους ανθρώπους.»

Τέλος , κι ο Λαός μας τίμησε τον τραγουδιστή του καλοκαιριού ταιριάζοντας για χάρη του σοφές παροιμίες και παροιμιακές εκφράσεις :
«Μη σε γελάσει ο βάτραχος
ή το χελιδονάκι .
Αν δε λαλήσει τζίτζικας
δεν είν’ καλοκαιράκι»
«Τζίτζικας ελάλησε
μαύρη ρώγα γυάλισε»
"Γλεντάει σαν τον τζίτζικα." (για όσους δε χορταίνουν γλεντοκόπι)
"Σκάει ο τζίτζικας." (όταν κάνει πολύ ζέστη)
 Βαγγέλης Μητράκος
"ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ"
19-7-2006
Δείτε περισσότερες αντιδράσεις

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Χριστουγεννιάτικα έθιμα από την Γορτυνία

    ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΑΣ   

   
Οι νοικοκυρές τις παραμονές των Χριστουγέννων καθαρίζουν τα σπίτια. Φτιάχνουν τα γλυκά, τους πατροπαράδοτους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα.
Ζυμώνουν το Χριστόψωμο. 
Βάζουν το ζυμάρι στο ταψί, κάνουν έναν σταυρό στη μέση, το κεντούν γύρω γύρω, ρίχνουν το σουσάμι, βάζουν καρύδια στο κέντρο του σταυρού και στις άκρες και στα ενδιάμεσα μύγδαλα. Στη συνέχεια άμα φουσκώσει  το ψήνουν. Ετοιμάζουν την κότα για την καθιερωμένη Χριστουγεννιάτικη σούπα. Αν δεν έχουν κότα αγοράζουν κρέας.
Την παραμονή το πρωί τα παιδιά λένε τα κάλαντα. 
Χτυπούν την πόρτα και σαν αυτή  ανοίξει,  ρωτούν τα παιδιά, να τα πούμε; Αν πάρουν μια θετική απάντηση αρχίζουν.  Άν  πάρουν την απάντηση "τα είπαν άλλοι",  φεύγουν. Στα παιδιά που θα πούν τα κάλαντα οι οικοδεσπότες δίνουν χρήματα, γλυκίσματα, ........ η ότι άλλο έχουν. Τα παιδιά παίρνοντας τα χρήματα η τα γλυκίσματα εύχονται Χρόνια Πολλά.
Τη νύχτα ξημερώματα,  χτυπάει η καμπάνα και τρέχουν όλοι  στην εκκλησία "τον Χριστό να προσκυνήσουν".  Στο τέλος της λειτουργίας παίρνουν αντίδωρο όλοι από τον παπά. Φιλούν το χέρι του παπά και εύχονται Χρόνια Πολλά. Η λειτουργία στα χωριά  τελείωνε πολύ πρωί, ώρα έξι με έξι και μισή προκειμένου οι κτηνοτρόφοι να μπορέσουν να πάνε στα μαντριά τους.
Το μεσημέρι κάθονταν όλοι γύρω από το τραπέζι που έπαιρνε εορταστικό τόνο.   
Ο πατέρας ή ο παππούς έκοβε το χριστόψωμο και πάντοτε με την ευχή για χρόνια πολλά. Την υπόλοιπη μέρα (το απόγευμα) έκαναν τις επισκέψεις τους στους εορτάζοντες, η δέχονταν επισκέψεις αν κάποιο μέλος της οικογένειας γιόρταζε.
Την επόμενη των Χριστουγέννων συγκροτούνταν παρέες και έσφαζαν τα χοιρινά που σχεδόν όλα τα σπίτια διέθεταν για την συγκεκριμένη μέρα.
Η διαδικασία αυτή αποκτούσε χαρακτήρα πραγματικής γιορτής καθώς τις επόμενες μέρες μαζεύονταν στα σπίτια, έψηναν μέρος του χοιρινού (μεγάλες ποσότητες χρησιμοποιούσαν για παστό και πηχτή) και άνοιγαν τα βαγένια για να δοκιμάσουν το καινούργιο κρασί κερνώντας έτσι τους φίλους που βοήθησαν στο σφάξιμο.
__________________

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Πραγματικότητα και φαντασία στα δημοτικά τραγούδια

ΑΡΘΡΟ 


Σε μια τόσο περιγραφική ποίηση όσο είναι η δημοτική, η πραγματικότητα σε όλες τις εκφάνσεις της είναι δεδομένο ότι κατέχει τον σημαντικότερο ρόλο. Και όταν μιλάμε για πραγματικότητα δεν εννοούμε την συμβολική, ή την ιμπρεσσιονιστική, ή την οποιαδήποτε άλλη, εννοούμε την «διά γυμνού οφθαλμού» ορατή, αυτή που συμβαίνει ή που μπορεί να συμβαίνει κάθε μέρα, μπροστά σε όλους.
Ο δημοτικός ποιητής μιλάει και τραγουδάει για αυτά που βλέπει: την φύση που τον περιβάλλει και τις εναλλαγές της, τα γεγονότα που συμβαίνουν, κοινωνικά, πολεμικά, θρησκευτικά και άλλα, τους ανθρώπους και τις σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ τους, τις ανάγκες τους. Παρατηρεί ό,τι τον περιβάλλει και διηγείται μια ιστορία, δίνοντας έμφαση σχεδόν αποκλειστικά στα γεγονότα. Από εκεί και πέρα, η συναισθηματική φόρτιση είναι το προϊόν που μπορεί ή όχι να προκύψει στο τέλος. Και επειδή αυτό που έχει πρωταρχική σημασία είναι τα συναισθήματα που θα βιώσει το κοινό, τα συναισθήματα του ήρωα περνάνε μοιραία στο περιθώριο. Δεν αγνοούνται όμως, καθόλου. Η ιδιαιτερότητα της δημοτικής ποίησης έγκειται στην ισορροπία που επιτυγχάνεται ανάμεσα στο ίδιο το τραγούδι ως λογοτεχνικό προϊόν, την ιστορία και την επίδρασή του και το κοινό του, τον αποδέκτη, δηλαδή, του μηνύματος. 
Τα συναισθήματα των ηρώων λοιπόν ακόμα και όταν δεν αναφέρονται ξεκάθαρα, δεν απαλείφονται, το αντίθετο μάλιστα: αποκαλύπτονται με έμμεσο τρόπο, μέσα από τις πράξεις που συντελούνται και που αφηγείται ο ποιητής. Τα κλέφτικα, τα ακριτικά (και δεν αναφέρομαι στα πλέον γνωστά όπως αυτά του Διγενή αλλά περισσότερο σε εκείνα που έχουν ακριτικούς ήρωες όπως ο Πορφύρης και ο Κωνσταντίνος), κάποιες παραλογές όπως «Του νεκρού αδερφού» και ιδιαίτερα τα μοιρολόγια, είναι καθρέφτες συγκινησιακής φόρτισης. Σε κανένα μοιρολόγι παρόλα αυτά δεν συναντάμε εκφράσεις του τύπου «πονάω», «υποφέρω», «είμαι δυστυχισμένος», αντίθετα έχουμε «πού βρίσκεσαι τώρα», «τί κάνεις εκεί που είσαι», «τί βλέπεις», «να έρθω να σε βρω να σου φέρω αυτό ή εκείνο», «θα μιλήσω στον Χάρο/στον Θεό/στον Αρχάγγελο», «θα φτιάξω γέφυρα να έρθω»[1]. Το συναίσθημα της απώλειας, καταλυτικό και βίαιο όσο λίγα, μετουσιώνεται σε πραγματικό, σχεδόν χειροπιαστό δεδομένο μέσω της πράξης. Ο άνθρωπος στα δημοτικά τραγούδια δεν μένει ακίνητος μπροστά στο θέαμα της όποιας πραγματικότητας αλλά παίρνει άμεσα θέση απέναντι του και το ερώτημα είναι πάντα το ίδιο: τι συνέβη, τι θα κάνουμε, πώς θα προχωρήσουμε από εδώ και πέρα ως μονάδα αλλά κυρίως ως κοινότητα. 
Η δημοτική ποίηση παράγει συγκίνηση όχι επειδή ξεδιπλώνει συναισθήματα στο ακροατήριο σαν μασημένη τροφή, αλλά επειδή εκθέτει τις συνθήκες και τις καταστάσεις εκείνες που τα παράγουν στο κάθε άτομο ξεχωριστά. Όταν το άτομο αναγνωρίζει τον εαυτό του σε μια ιστορία, τότε αισθάνεται ό,τι και ο ήρωας που τη βιώνει στο τραγούδι. Τα συναισθήματα λοιπόν προκαλούνται, κάθε φορά και από την αρχή, δεν προσφέρονται. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι στα δημοτικά τραγούδια στο σύνολό τους δεν υπάρχει μεμψιμοιρία: οι λέξεις είναι πράξεις, τόσο ο λαϊκός ποιητής όσο και το κοινό του ταυτίζονται μεν με το συγκινησιακό φορτίο αλλά το πραγματικό ζητούμενο είναι οι πράξεις που θα επακολουθήσουν. Από κάθε άποψη το δημοτικό τραγούδι είναι μια ποίηση της δράσης. 

Μάτια μου, σ’επεθύμησα θέλω να σ’ανταμώσω.
- Εσύ σαν μ’επεθύμησες, θέλεις να μ’ανταμώσεις,
μένα ο Χάρος με πουλάει, έβγα κι αγόρασέ με.
- Σαν τι γυρεύει, μάτια μου, να βγω να σ’αγοράσω;
- Γυρεύει χίλια φίρφιρα και δύο κασέλες μόσκο,
Τον ήλιο τον ατήρητο να του τον κατεβάσω.
- Τα φίρφιρα θα δανειστώ, το μόσκο θα ντον πάρω,
Τον ήλιο τον ατήρητο, πώς να ντον κατεβάσω;[2]

Καστρί Κυνουρίας. Λαογραφία Γ’, 490.6
Κρις Λιβανίου

[1] Παραφράζω εδώ, δεν πρόκειται για συγκεκριμένους στίχους, μόνο για παραδείγματα σε εννοιολογικό επίπεδο.
[2] Guy Saunier, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Τα μοιρολόγια. εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 202.

__________________
http://stigmalogou.blogspot.gr/2015/11/blog-post_4.html

Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ!!! ΚΕΝΤΡΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ


Το Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας
της Ακαδημίας Αθηνών
σας εύχεται
Καλό Πάσχα!


Εθιμολογία του Πάσχα
http://www.kentrolaografias.gr/default.asp?V_DOC_ID=2460

Έκθεση για τα πασχαλινά έθιμα στο Σπίτι της Αγγελικής Χατζημιχάλη​http://www.kentrolaografias.gr/default.asp?V_DOC_ID=2734

Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας
της Ακαδημίας Αθηνών
Ηπίτου 3, 10557 Αθήνα
Τηλ.: 210.3318042, 210.3318043, 210.3664751
Fax: 210.3313418, 210.3664735

Hellenic Folklore Research Centre
Academy of Athens
3, Ipitou St. – Athens 105 57, Greece
Tel.: +30 210.3318042, +30 210.3318043, +30 210.3664751
Fax: +30 210.3313418, +30 210.3664735

URL: http://www.academyofathens.gr http://www.kentrolaografias.gr
e-mail: keel@academyofathens.gr

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

O Καραγκιόζης στην Επανάσταση του 1821

Συγγραφέας: Νίκος Μίχαλος
14/03/2015

Μπάρμπα-Γιώργος: Ανιψούδι, σε φώναξα εδώ στο βουνό γιατί διέταξε ο Κολοκοτρώνης να πάω με τη κλεφτουριά να πολεμήσω τους Τούρκους. Θέλεις να ’ρθεις και να βοηθήσεις;
Καραγκιόζης: Θέλω αλλά είμαι κοντός και θα με περνάει το καριοφίλι, άσε να φυλάω τα πρόβατα μην τα κλέψουν οι Αρβανίτες.
Μπάρμπα-Γιώργος: Μη σε νοιάζει για τα πρόβατα. Έχω άλλον να τα φυλάει. Έλα και ’σύ μαζί μας να βοηθήσεις ότι μπορείς. Εσύ είσαι πονηρός σαν διάολος. Κάτι θα κάνεις για την Πατρίδα.
Καραγκιόζης: Ρε, μπάρμπα θα ’χει φαί;
Μπάρμπα-Γιώργος: Θα’ χει ορέ και θα ’χει και λάφυρα απ’ τα σκοτωμένα σκυλιά, θα πάρουμε τα λεφτά τους και τα μετάξια τους. Καραγκιόζης: Άιντε να πάρω κι εγώ τίποτα πατούμενα Τούρκικα και το φέσι για ενθύμια απ’ το πρώτο Τούρκο που θα σκοτώσω.
(Την άλλη μέρα)
Κολοκοτρώνης: Ποιος είναι τούτος ο κοντός, ορέ, πρώτη φορά τόνε βλέπω.
Μπάρμπα-Γιώργος: Είναι το ανιψούδι μου καπετάνιε, είναι κοντός αλλά έχει μπόι στο μυαλό, θα στήσει παγίδες στον οχτρό και λέει και αστεία.
Κολοκοτρώνης: Φωνάξτε μωρέ τον Νικηταρά, να’ ρθεί εδώ να του τον δώσω για υπασπιστή του.
Νικηταράς: Όρισε καπετάνιο.
Κολοκοτρώνης: Πώς βλέπεις αυτό τον πιτσιρίκο για βοηθό σου;
Νικηταράς: Άμα τρέχει σαν ελάφι μου κάνει.
Καραγκιόζης: Μωρέ τρέχω με χίλια, μ’ έχει μάθει ο Βεληγκέκας απ’ το κυνηγητό που μου ’κανε.
Πλαπούτας: Τι συμβαίνει εδώ παλικάρια. Παίρνουμε και ανήλικα στη μάχη; Δεν κάνει μωρέ.
Καραγκιόζης: Ανήλικο είναι το μάτι σου καπετάνιε, με το συμπάθιο, εγώ είμαι το κάτι άλλο, έχω και μυστικά όπλα, τη σφεντόνα, τη τρικλοποδιά, το τεντωμένο σκοινί για τα άλογα και πάρτους κάτω τους παλιότουρκους.
Κολοκοτρώνης: Τότε μας κάνεις. Θα σε πάρουμε στο ορδί μαζί με τον μπάρμπα σου.
Καραγκιόζης: Καπετάν Θεοδωράκη, έχει τίποτα για φαί, έχω μία βδομάδα να φάω.
Κολοκοτρώνης: Δώστε του μωρέ να φάει και μια πιστόλα να κρατάει, γιατί το ντουφέκι του πέφτει μεγάλο και βαρύ.
Καραγκιόζης: Ευχαριστώ καπετάν Θεοδωράκη. Πού να στήσω καρτέρι; Στην Καρύταινα ή στο Λεοντάρι, κάστρο εδώ κάστρο και εκεί.
Κολοκοτρώνης: Όχι, ορέ θα ’ρθείς στα Τρίκορφα, θα μπεις μπροστά να τηράς τους οχτρούς και θα ντυθείς πρόβατο να τους ξεγελάς.
Καραγκιόζης: Όχι, πρόβατο, καπετάνιε θα με αρπάξει κανένας λύκος, θα ντυθώ καλόγερος με μαύρα να μη με βλέπουν τη νύχτα.
Νικηταράς: Άσ’ τον σε μένα καπετάνιε, θα τον έχω δίπλα μου και θα κάνουμε μεγάλη ζημιά στον Πασά της Τρίπολης.
Τρίπολη (Απελευθέρωση)
Πλαπούτας: Πατριώτες, σήμερα είμαστε ελεύθεροι κι αυτό το πετύχαμε γιατί βοήθησε ο Καραγκιόζης Καραγκιοζόπουλος, που ξεγέλαγε τους Τούρκους και ’μείς τους χτυπούσαμε από τα πλάγια, γι’ αυτό σήμερα θα τον τιμήσουμε. Θα γίνει αρχηγός των σαμποτέρ μαζί με τα παιδιά του τα Κολλητήρια. Μάθαμε και ’μείς οι παλαιοί τα μυστικά όπλα, τη σφεντόνα, τη τρικλοποδιά, τη φωτιά γύρω απ’ τους οχτρούς που άρπαζαν φωτιά τα μπατζάκια τους και τρέχανε, και ’σύ Μπάρμπα-Γιώργο να χαίρεσαι το ανιψούδι σου.
Καραγκιόζης: Μωρέ, όλα τα περίμενα αλλά τιμή τέτοια δεν τη περίμενα, τώρα θα πάμε για το Ναύπλιο αλλά χωρίς φαγούρα και καβγάδες, αλλιώς θα μας ρημάξουνε πάλι οι Τούρκοι. Ζήτω το Έθνος, ζήτω ο Κολοκοτρώνης και ζήτω η αφεντομουτσουνάρα μου.
Αγλαΐα: Τι έπαθες πάλι αντρούλη μου και παραμιλάς στον ύπνο σου και λες για κάποια νίκη, κάτι κοτρώνια και άλλα;

Καραγκιόζης: Όνειρο ήτανε Αγλαΐα, μακάρι νάτανε αληθινό αλλά που τέτοια τύχη. Τώρα πάλι στη παράγκα και πάλι μπάστακας ο Βεληγκέκας και πείνα, λόρδα κάθε μέρα… 

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

Ο Ιανουάριος οφείλει την ονομασία του στον διπρόσωπο θεό των Ρωμαίων Ιανό (Janus)

Ιανουάριος

Γενάρης ο Κλαδευτής
Γενάρης ο Κλαδευτής
Ο Ιανουάριος οφείλει την ονομασία του στον διπρόσωπο θεό των Ρωμαίων Ιανό (Janus) που το ένα πρόσωπο του κοιτάει το παρελθόν και το άλλο το μέλλον, ήταν ο προστάτης της πόρτας του κάθε σπιτιού, θεός της κάθε αρχής και της έναρξης των πολεμικών επιχειρήσεων και των μεγάλων έργων.
Στο Βυζάντιο την 1η Ιανουαρίου άρχιζε η θητεία των υπάτων οι οποίοι έβγαιναν στους δρόμους και σκορπούσαν νομίσματα χρυσά και αργυρά. Μικρά νομίσματα όμως έδιναν και στα παιδιά που γύρναγαν στα σπίτια φίλων και συγγενών για να ευχηθούν. Έτσι γεννήθηκαν τα Κάλαντα.

Ο λαός μας έχει διάφορες ονομασίες για τον Ιανουάριο. Παρετυμολογικά λέγεται και Γενάρης και Γεννολοητής γιατί τότε γεννούν τα γιδοπρόβατα. Λέγεται και Γατόμηνας επειδή ζευγαρώνουν οι γάτες.
Τον αποκαλούν και Μεσοχείμωνο γιατί είναι μεσαίος από τους τρεις μήνες του χειμώνα. Στη Μάνη λέγεται και Κρυαρίτης γιατί κάνει τσουχτερό κρύο αλλά και Γελαστός για τις Αλκυονίδες μέρες του. Τώρα είναι η κατάλληλη εποχή για το κλάδεμα των δένδρων γι’ αυτό λέγεται και Κλαδευτής και όπως λέει η παροιμία “Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μην γυρεύεις” γιατί τους υπόλοιπους μήνες ποτέ δεν κλαδεύουν με φεγγάρι, με πανσέληνο δηλαδή.
Και μιας και αναφέραμε το φεγγάρι πρέπει να πούμε ότι το μήνα αυτό λάμπει στον ουρανό: “Το φεγγάρι του Γενάρη παρά ώρα μέρα μοιάζει“.

Στο εκκλησιαστικό εορτολόγιο την 1η Ιανουαρίου εορτάζεται η μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου, του Αη -Βασίλη, που έρχεται από την Καισάρεια φορτωμένος δώρα. Η Βασιλόπιτα που σύμφωνα με την παράδοση καθιέρωσε πρώτος ο Μέγας Βασίλειος, κόβεται τελετουργικά και τα κομμάτια μοιράζονται. Τυχερός της χρονιάς είναι εκείνος που θα του πέσει το νόμισμα.
Στις 6 γιορτάζονται τα Θεοφάνεια ή τα Φώτα όπως τα λέει ο λαός. Τη μέρα αυτή σύμφωνα με την παράδοση ανοίγουν οι ουρανοί και εισακούονται οι προσευχές. Επίσης αγιάζονται τα νερά και όπου υπάρχει θάλασσα (ή ποτάμι) ο σταυρός καταδύεται και αυτός που θα τον ανασύρει είναι ο τυχερός της χρονιάς.
Ο ιερέας ραντίζει τα σπίτια με αγιασμό για να φύγουν οι Καλικάντζαροι, βρωμερά πνεύματα που μαγαρίζουν τα πάντα και που τώρα φωνάζουν: “Φεύγετε να φεύγουμε κι έρχεται ο τρελόπαπας με την αγιαστούρα του κα με τη μαγκούρα του!”.

Στις 7 γιορτάζει ο αγαπημένος άγιος του λαού, ο Αη-Γιάννης ο Βαπτιστής. Πολλές είναι οι παροιμίες για τους Γιάννηδες. Από τη μια “Σπίτι χωρίς Γιάννη προκοπή δεν κάνει” και από την άλλη “Σαρανταπέντε Γιάννηδες ενός κοκόρου γνώση“. Φαίνεται πως οι Γιάννηδες είναι ατομιστές αφού “Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει” αλλά και γκρινιάρηδες: “Τι είχες Γιάννη; Τι είχα πάντα“.
Του Αη-Γιαννιού σε πολλά μέρη της Ελλάδας συνηθίζουν να μεταμφιέζονται με προβιές τράγων. Το έθιμο αυτό είναι οι Μωμόγεροι των Ποντίων, τα Ρουγκατσάρια στην Καστοριά, οιΑράπηδες στη Δράμα, τα Μπουμπουσιάρια στη Σιάτιστα. Οι τραγόμορφοι άνδρες τριγυρνούν στους δρόμους με κουδούνες διώχνουν το κακό και εύχονται καλή σοδειά.
Στις 8 είναι η γιορτή της Αγίας Δομινίκης ή Δομνής ή Δόμνας και σε όλη τη Βόρειο Ελλάδα γιορτάζεται η μέρα της Μπάμπως. Είναι μια πανάρχαιη γιορτή της γυναικοκρατίας. Οι γυναίκες σε ομάδες πίνουν και λένε τολμηρά αστεία και τραγούδια. Οι άντρες αυτή τη μέρα κάνουν όλες τις δουλειές των γυναικών. Η γιορτή τιμούσε τις μεγάλες άρα έμπειρες γυναίκες κι αυτές με τη σειρά τους μετέφεραν την πείρα τους στις νεώτερες.
Τέλος η Εκκλησία μας τιμά τους τρεις Ιεράρχες, τον Βασίλειο τον Μέγα, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Γνώστες της ελληνικής παιδείας και οι τρεις, άφησαν ένα τεράστιο συγγραφικό έργο, το οποίο επηρέασε την Ορθοδοξία και της έδωσε το φιλοσοφικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο στηρίχτηκε αργότερα για να διατυπώσει κανόνες και δόγματα.
Πηγή: Ημερολόγιο 2010, τα Νέα, “Ε, ρε γλέντια!”